Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
intersecting
01
τεμνόμενος, διασταυρούμενος
crossing or meeting at a point
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
επίθετο από μετοχή ενεστώτα
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most intersecting
συγκριτικός βαθμός
more intersecting
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
The two roads are intersecting at the corner.
Οι δύο δρόμοι τέμνονται στη γωνία.
Λεξικό Δέντρο
nonintersecting
intersecting
intersect



























