intersecting
Pronunciation
/ˌɪntɝˈsɛktɪŋ/

Ορισμός και σημασία του "intersecting"στα αγγλικά

intersecting
01

τεμνόμενος, διασταυρούμενος

crossing or meeting at a point
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
επίθετο από μετοχή ενεστώτα
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most intersecting
συγκριτικός βαθμός
more intersecting
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
The map shows intersecting routes through the city.
Ο χάρτης δείχνει διασταυρούμενες διαδρομές μέσα από την πόλη.

Λεξικό Δέντρο

nonintersecting
intersecting
intersect
App
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store