Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
transversal
01
εγκάρσιος, τεμνόμενος
(of a line) intersecting two or more other lines at different points
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
σχεσιακό
μη διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
The transversal beams supported the structure at different angles.
Οι εγκάρσιες δοκοί υποστήριζαν την κατασκευή σε διαφορετικές γωνίες.
Λεξικό Δέντρο
transversally
transversal



























