Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
intermittent
01
διαλείπων, με διαλείμματα
repeatedly starting and stopping, in short, irregular intervals
Παραδείγματα
His internet connection was intermittent, making it difficult to stream videos without interruptions.
Η σύνδεση του στο διαδίκτυο ήταν διαλείπουσα, κάνοντας δύσκολη τη ροή βίντεο χωρίς διακοπές.
Παραδείγματα
Problem solving the complex coding issue involved intermittent debugging sessions over weeks.
Η επίλυση του πολύπλοκου ζητήματος κωδικοποίησης περιλάμβανε διαλείπουσες συνεδρίες αποσφαλμάτωσης για εβδομάδες.
Λεξικό Δέντρο
intermittently
intermittent
intermit



























