fitful
fit
ˈfɪt
fit
ful
fəl
fēl
fistful

Ορισμός και σημασία του "fitful"στα αγγλικά

01

διαλείπων, ακανόνιστος

occurring intermittently, with irregular starts and stops, often lacking continuity or consistency 
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most fitful
συγκριτικός βαθμός
more fitful
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
The baby's sleep was fitful, with frequent awakenings throughout the night. 

Ο ύπνος του μωρού ήταν ασταθής, με συχνές αφυπνίσεις κατά τη διάρκεια της νύχτας.

02

διαλείπων, ακανόνιστος

occurring in spells and often abruptly 

Λεξικό Δέντρο

fitfully
fitfulness
fitful
fit
App
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store