Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
interesting
01
ενδιαφέρον, συναρπαστικό
catching and keeping our attention because of being unusual, exciting, etc.
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
επίθετο από μετοχή ενεστώτα
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most interesting
συγκριτικός βαθμός
more interesting
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
I read an interesting article about space exploration in the newspaper.
Διάβασα ένα ενδιαφέρον άρθρο για την εξερεύνηση του διαστήματος στην εφημερίδα.
Λεξικό Δέντρο
interestingly
interestingness
uninteresting
interesting
interest



























