Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
intelligible
01
κατανοητός, ευανάγνωστος
able to be understood without difficulty
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most intelligible
συγκριτικός βαθμός
more intelligible
διαβαθμίσιμο
θεματικό πεδίο
communication, cognition, language
Παραδείγματα
The professor's lecture was intelligible, with clear explanations and examples.
Η διάλεξη του καθηγητή ήταν κατανοητή, με σαφείς εξηγήσεις και παραδείγματα.
LanGeek
Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά
Λεξικό Δέντρο
intelligibility
intelligibly
unintelligible
intelligible
intellig



























