Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Intemperance
01
ακρασία
the act of going overboard with one's actions or desires
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
02
ακράτεια, μεθυσμός
consumption of alcoholic drinks
03
ακρασία, έλλειψη μετριοπάθειας
the quality of being intemperate
Λεξικό Δέντρο
intemperance
temperance
temper



























