intemperance
in
ɪn
in
tem
ˈtɛm
tem
pe
rance
rəns
rēns

Ορισμός και σημασία του "intemperance"στα αγγλικά

01

ακρασία

the act of going overboard with one's actions or desires 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
02

ακράτεια, μεθυσμός

consumption of alcoholic drinks 
03

ακρασία, έλλειψη μετριοπάθειας

the quality of being intemperate 
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store