Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
intelligible
01
κατανοητός, ευανάγνωστος
able to be understood without difficulty
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most intelligible
συγκριτικός βαθμός
more intelligible
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
The speaker 's voice was clear and intelligible, even in the noisy room.
Η φωνή του ομιλητή ήταν ξεκάθαρη και κατανοητή, ακόμα και στο θορυβώδες δωμάτιο.
Λεξικό Δέντρο
intelligibility
intelligibly
unintelligible
intelligible
intellig



























