Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
insurmountable
01
αξεπέραστος, ανυπέρβλητος
too great to be overcome or dealt with successfully
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
μη διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
The financial burden of the medical bills seemed insurmountable for the struggling family.
Το οικονομικό βάρος των ιατρικών λογαριασμών φαινόταν αξεπέραστο για την αγωνιζόμενη οικογένεια.
Λεξικό Δέντρο
insurmountable
surmountable
surmount



























