Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Insurgent
01
ανατρεπτικός, επαναστάτης
a person who takes part in an armed rebellion against the constituted authority (especially in the hope of improving conditions)
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
insurgents
02
αντάρτης, επαναστάτης
a member of an irregular armed force that fights a stronger force by sabotage and harassment
insurgent
01
αποστατικός, επαναστατικός
referring to a person or group that actively opposes against established authority, usually involving a political or armed conflict
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
σχεσιακό
μη διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
In the midst of political unrest, an insurgent movement emerged, organizing protests, strikes, and acts of civil disobedience to challenge the government's policies.
Στο μέσο της πολιτικής αναταραχής, ένα αντάρτικο κίνημα αναδύθηκε, οργανώνοντας διαδηλώσεις, απεργίες και πράξεις πολιτικής ανυπακοής για να αμφισβητήσει τις πολιτικές της κυβέρνησης.



























