Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
instead
01
αντί, κατά προτίμηση
as a replacement or equal in value, amount, etc.
γραμματικές πληροφορίες
adverb of viewpoint and commenting
Παραδείγματα
I was going to go out for dinner, but I decided to cook at home instead.
Θα πήγαινα έξω για δείπνο, αλλά αποφάσισα να μαγειρέψω στο σπίτι αντί αυτού.
Παραδείγματα
He expected her to be upset; instead, she smiled and thanked him.
Περίμενε να είναι αναστατωμένη· αντ' αυτού, χαμογέλασε και τον ευχαρίστησε.



























