Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Instep
01
αψίδα του ποδιού, καμάρα του ποδιού
the raised top part of the foot between the ankle and toes
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
insteps
02
αψίδα του ποδιού, πάνω μέρος του παπουτσιού
the part of a shoe or stocking that covers the arch of the foot
LanGeek
Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά
Λεξικό Δέντρο
instep
step



























