Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
insightful
01
διορατικός, βαθύς
having or showing a deep understanding or knowledge of something
Παραδείγματα
Her insightful advice guided me through a difficult decision, helping me see the situation from a different angle.
Οι διορατικές συμβουλές της με οδήγησαν σε μια δύσκολη απόφαση, βοηθώντας με να δω την κατάσταση από μια διαφορετική γωνία.
Λεξικό Δέντρο
insightfulness
insightful
insight
sight



























