Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
archaic
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most archaic
συγκριτικός βαθμός
more archaic
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
The museum has a collection of archaic pottery from ancient Greece.
Το μουσείο διαθέτει μια συλλογή αρχαϊκής κεραμικής από την αρχαία Ελλάδα.
Παραδείγματα
Her views on marriage seemed archaic, as they no longer aligned with modern thinking.
Οι απόψεις της για τον γάμο φαίνονταν αρχαϊκές, καθώς δεν ευθυγραμμίζονταν πλέον με τη σύγχρονη σκέψη.
03
αρχαϊκός, παρωχημένος
(of words, language styles, etc.) fallen out of everyday use
Παραδείγματα
The novel includes archaic language to give it a medieval atmosphere.
Το μυθιστόρημα περιλαμβάνει αρχαϊκή γλώσσα για να του δώσει μια μεσαιωνική ατμόσφαιρα.
Λεξικό Δέντρο
archaic
archa



























