Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
inflexible
01
άκαμπτος, ακάμπτωτος
resistant to bending or physical deformation
Παραδείγματα
He tried to bend the inflexible metal, but it held firm.
Προσπάθησε να λυγίσει το άκαμπτο μέταλλο, αλλά παρέμεινε σταθερό.
02
άκαμπτος, αμετάβλητος
(of a rule, opinion, etc.) fixed and not easily changed
Παραδείγματα
The law was considered inflexible and outdated, prompting calls for reform.
Ο νόμος θεωρήθηκε άκαμπτος και ξεπερασμένος, προκαλώντας κλήσεις για μεταρρύθμιση.
Λεξικό Δέντρο
inflexible
flexible
flex



























