Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to inflict
01
προξενώ, επιφέρω
to cause or impose something unpleasant, harmful, or unwelcome upon someone or something
Transitive: to inflict something unpleasant on sb
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
inflict
γ΄ ενικό πρόσωπο
inflicts
ενεστώτα μετοχή
inflicting
απλός αόριστος
inflicted
παθητική μετοχή
inflicted
Παραδείγματα
The war inflicted lasting trauma on the survivors.
Ο πόλεμος προξένησε διαρκή τραύμα στους επιζώντες.
Λεξικό Δέντρο
infliction
inflict



























