infinity
in
ɪn
in
fi
ˈfɪ
fi
ni
ni
ty
ti
ti
indefinityinsanityinfirmity

Ορισμός και σημασία του "infinity"στα αγγλικά

01

άπειρο, αιωνιότητα

a state or concept of time that has no limits and continues endlessly 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
Παραδείγματα
The universe's vastness gives us the feeling of drifting through infinity. 

Η απεραντοσύνη του σύμπαντος μας δίνει την αίσθηση της περιπλάνησης μέσα από το άπειρο.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store