infamous
in
ɪn
in
fa
feɪ
fei
mous
məs
mēs

Ορισμός και σημασία του "infamous"στα αγγλικά

01

κακόφημος, γνωστός

well-known for a bad quality or deed 
infamous definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most infamous
συγκριτικός βαθμός
more infamous
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
The criminal was infamous for his string of bank robberies across the country. 

Ο εγκληματίας ήταν κακόφημος για τη σειρά ληστειών τραπεζών σε όλη τη χώρα.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store