infamous
Pronunciation
/ˈɪnfəməs/

Ορισμός και σημασία του "infamous"στα αγγλικά

01

κακόφημος, γνωστός

well-known for a bad quality or deed
infamous definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most infamous
συγκριτικός βαθμός
more infamous
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
The politician 's infamous speech sparked outrage and controversy nationwide.
Ο κακόφημος λόγος του πολιτικού προκάλεσε οργή και διαμάχη σε όλη τη χώρα.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store