infallibility
in
ɪn
ιν
fa
ˌfæ
φαι
lli
λα
bi
ˈbɪ
μπι
li
λα
ty
ti
τι
changeabilityunreliabilityinvincibilityvulnerability

Ορισμός και σημασία του "infallibility"στα αγγλικά

01

αλάθητο, τελειότητα

the quality of never being wrong or making mistakes 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
singular
not gender specific
Παραδείγματα
Despite the claims of infallibility, the new software had several bugs. 

Παρά τις ισχυρισμούς για αλάθητο, το νέο λογισμικό είχε αρκετά σφάλματα.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

Λεξικό Δέντρο

infallibility
fallibility
fallible
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store