infallibility
Pronunciation
/ˌɪnˌfæɫɪˈbɪɫɪti/

Ορισμός και σημασία του "infallibility"στα αγγλικά

01

αλάθητο, τελειότητα

the quality of never being wrong or making mistakes
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
Παραδείγματα
The institution 's infallibility was reinforced by its long history of success.
Η αλάθητη του ιδρύματος ενισχύθηκε από τη μακρά ιστορία επιτυχιών του.

Λεξικό Δέντρο

infallibility
fallibility
fallible
App
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store