Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Infallibility
01
αλάθητο, τελειότητα
the quality of never being wrong or making mistakes
Παραδείγματα
The institution 's infallibility was reinforced by its long history of success.
Η αλάθητη του ιδρύματος ενισχύθηκε από τη μακρά ιστορία επιτυχιών του.
Λεξικό Δέντρο
infallibility
fallibility
fallible



























