inextricable
in
ˌɪn
ιν
ext
ˈɛkst
εκστ
ri
ρι
ca
κα
ble
bəl
μπαλ
inexplicable

Ορισμός και σημασία του "inextricable"στα αγγλικά

inextricable
01

αδιέξοδο, αποφυγή αδύνατη

impossible to escape or get rid of 
inextricable definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
μη διαβαθμίσιμο
θεματικό πεδίο
connection, state, difficulty

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

Λεξικό Δέντρο

inextricably
inextricable
extricable
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store