Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
inevitably
01
αναπόφευκτα
in a way that cannot be stopped or avoided, and certainly happens
γραμματικές πληροφορίες
επίρρημα τρόπου
Παραδείγματα
With the heavy rain, traffic jams inevitably ensued on the city streets.
Με τη βροχή, αναπόφευκτα ακολούθησαν κυκλοφοριακά προβλήματα στους δρόμους της πόλης.
02
αναπόφευκτα
in a manner that is bound to happen due to underlying circumstances
Παραδείγματα
In regions prone to earthquakes, building codes are adjusted inevitably to improve structural safety.
Σε περιοχές επιρρεπείς σε σεισμούς, οι οικοδομικοί κανονισμοί αναπόφευκτα προσαρμόζονται για να βελτιωθεί η δομική ασφάλεια.
Λεξικό Δέντρο
inevitably
inevitable
evitable



























