Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
inefficiently
01
αναποτελεσματικά
in a way that wastes time, resources, or effort
Παραδείγματα
Due to poor organization, the project team worked inefficiently, causing delays in project completion.
Λόγω κακής οργάνωσης, η ομάδα του έργου εργάστηκε αναποτελεσματικά, προκαλώντας καθυστερήσεις στην ολοκλήρωση του έργου.
Λεξικό Δέντρο
inefficiently
efficiently
efficient
effici



























