Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
indisputable
01
αδιαμφισβήτητος, αναντίρρητος
fully established or proven beyond any doubt
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most indisputable
συγκριτικός βαθμός
more indisputable
διαβαθμίσιμο
θεματικό πεδίο
evidence, truth, argument
Παραδείγματα
The video evidence presented in court was indisputable, clearly showing the defendant committing the crime.
Οι βίντεο αποδείξεις που παρουσιάστηκαν στο δικαστήριο ήταν αδιαμφισβήτητες, δείχνοντας ξεκάθαρα τον κατηγορούμενο να διαπράττει το έγκλημα.
LanGeek
Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά
Λεξικό Δέντρο
indisputability
indisputably
indisputable
disputable
dispute



























