Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
indisputable
01
αδιαμφισβήτητος, αναντίρρητος
fully established or proven beyond any doubt
Παραδείγματα
The mathematical proof was indisputable, leaving no room for doubt.
Η μαθηματική απόδειξη ήταν αδιαμφισβήτητη, χωρίς να αφήνει περιθώρια αμφιβολίας.
Λεξικό Δέντρο
indisputability
indisputably
indisputable
disputable
dispute



























