Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
indistinguishable
01
αδιάκριτος, αδιαχώριστος
impossible to differentiate or recognize as different
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
μη διαβαθμίσιμο
θεματικό πεδίο
perception, similarity, identity
Παραδείγματα
The identical twins looked so alike that they were indistinguishable from each other.
Τα ομοζυγωτικά δίδυμα έμοιαζαν τόσο πολύ που ήταν αδιάκριτα το ένα από το άλλο.
02
αδιάκριτος, αδιαχώριστος
not capable of being distinguished or differentiated
LanGeek
Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά
Λεξικό Δέντρο
indistinguishability
indistinguishable
distinguishable
distinguish



























