indispensable
in
ɪn
in
dis
dɪs
dis
pen
pɛn
pen
sa
ble
bəl
bēl
apprehensiblereprehensibleinextensiblecomprehensible

Ορισμός και σημασία του "indispensable"στα αγγλικά

indispensable
01

απαραίτητος, ουσιώδης

essential and impossible to do without 
indispensable definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most indispensable
συγκριτικός βαθμός
more indispensable
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
Oxygen is indispensable for human life. 

Το οξυγόνο είναι απαραίτητο για την ανθρώπινη ζωή.

02

απαραίτητος, απαραίτητο

cannot be ignored or set aside 
Παραδείγματα
Compliance with safety regulations is indispensable in hazardous work environments. 

Η συμμόρφωση με τους κανονισμούς ασφαλείας είναι απαραίτητη σε επικίνδυνα εργασιακά περιβάλλοντα.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store