indispensable
Pronunciation
/ˌɪndɪˈspɛnsəbəɫ/

Ορισμός και σημασία του "indispensable"στα αγγλικά

indispensable
01

απαραίτητος, ουσιώδης

essential and impossible to do without
indispensable definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most indispensable
συγκριτικός βαθμός
more indispensable
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
Honesty and integrity are indispensable qualities in a trustworthy leader.
Η ειλικρίνεια και η ακεραιότητα είναι απαραίτητες ιδιότητες ενός αξιόπιστου ηγέτη.
02

απαραίτητος, απαραίτητο

cannot be ignored or set aside
Παραδείγματα
Following ethical guidelines is indispensable in medical practice.
Η παρακολούθηση των ηθικών οδηγιών είναι απαραίτητη στην ιατρική πρακτική.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store