Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
indispensable
01
απαραίτητος, ουσιώδης
essential and impossible to do without
Παραδείγματα
Honesty and integrity are indispensable qualities in a trustworthy leader.
Η ειλικρίνεια και η ακεραιότητα είναι απαραίτητες ιδιότητες ενός αξιόπιστου ηγέτη.
02
απαραίτητος, απαραίτητο
cannot be ignored or set aside
Παραδείγματα
Following ethical guidelines is indispensable in medical practice.
Η παρακολούθηση των ηθικών οδηγιών είναι απαραίτητη στην ιατρική πρακτική.
Λεξικό Δέντρο
indispensable
dispensable
dispense



























