indigent
in
ˈɪn
in
di
di
gent
ʤənt
jēnt
indumentindecentindulgentindolent

Ορισμός και σημασία του "indigent"στα αγγλικά

01

φτωχός, έκπτωτος

extremely poor or in need 
indigent definition and meaning
επίσημο
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most indigent
συγκριτικός βαθμός
more indigent
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
The indigent population relied on government assistance for survival. 

Ο άπορος πληθυσμός βασίστηκε στην κυβερνητική βοήθεια για να επιβιώσει.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store