indigent
in
ˈɪn
ιν
di
ντι
gent
ʤənt
τζαντ
/ɪndˈɪdʒənt/

Ορισμός και σημασία του "indigent"στα αγγλικά

01

φτωχός, έκπτωτος

extremely poor or in need
indigent definition and meaning
Formal
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most indigent
συγκριτικός βαθμός
more indigent
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
The nonprofit organization aimed to provide support and resources for the indigent community.
Ο μη κερδοσκοπικός οργανισμός στόχευε να παρέχει υποστήριξη και πόρους για την άπορη κοινότητα.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store