indelicate
in
ɪn
in
de
ˈdɛ
de
li
li
cate
kət
kēt
indicate

Ορισμός και σημασία του "indelicate"στα αγγλικά

indelicate
01

απρεπής, χυδαίος

in violation of good taste even verging on the indecent 
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most indelicate
συγκριτικός βαθμός
more indelicate
διαβαθμίσιμο
02

απρεπής, αγενής

inappropriate or tactless in behavior or speech 
Παραδείγματα
His indelicate remarks about her personal life were met with discomfort and silence from the group. 

Οι απρεπείς παρατηρήσεις του για την προσωπική της ζωή συναντήθηκαν με δυσφορία και σιωπή από την ομάδα.

03

απρεπής, οριακά αισχρός

verging on the indecent 
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store