Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
indelicate
01
απρεπής, χυδαίος
in violation of good taste even verging on the indecent
Παραδείγματα
Her indelicate comments during the meeting showed a lack of awareness about the sensitive nature of the topic.
Τα απρεπή σχόλιά της κατά τη διάρκεια της συνάντησης έδειξαν έλλειψη ευαισθητοποίησης για την ευαίσθητη φύση του θέματος.
03
απρεπής, οριακά αισχρός
verging on the indecent
Λεξικό Δέντρο
indelicate
delicate
delic



























