Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Incorporation
01
ενσωμάτωση, συγχώνευση
consolidating two or more things; union in (or into) one body
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
02
ενσωμάτωση, συμπερίληψη
including by incorporating
03
ενσωμάτωση, αφομοίωση
learning (of values or attitudes etc.) that is incorporated within yourself
Λεξικό Δέντρο
incorporation
corporation



























