incontinent
in
ɪn
ιν
con
kɑ:n
καν
ti
τι
nent
nənt
ναντ
/ɪnkˈɒntɪnənt/

Ορισμός και σημασία του "incontinent"στα αγγλικά

incontinent
01

ακράτεια, έλλειψη ελέγχου των λειτουργιών του εντέρου ή της ουροδόχου κύστης

lacking control over bowel or bladder functions, often resulting in involuntary leakage
Παραδείγματα
Nursing homes implement protocols for dignified care of incontinent residents.
Τα γηροκομεία εφαρμόζουν πρωτόκολλα για την αξιοπρεπή φροντίδα των κατοίκων με ακράτεια.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store