Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
inconclusive
01
αδιευκρίνιστος, μη καθοριστικός
not producing a clear result or decision
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most inconclusive
συγκριτικός βαθμός
more inconclusive
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
The inconclusive examination findings prompted the doctor to order additional tests.
Τα αόριστα ευρήματα της εξέτασης ώθησαν τον γιατρό να ζητήσει επιπλέον εξετάσεις.
Λεξικό Δέντρο
inconclusive
conclusive
conclude



























