inconclusive
in
ˌɪn
ιν
conc
ˈkənk
κανκ
lu
lu
λου
sive
sɪv
σιβ
/ɪnkənklˈuːsɪv/

Ορισμός και σημασία του "inconclusive"στα αγγλικά

inconclusive
01

αδιευκρίνιστος, μη καθοριστικός

not producing a clear result or decision
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most inconclusive
συγκριτικός βαθμός
more inconclusive
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
The inconclusive examination findings prompted the doctor to order additional tests.
Τα αόριστα ευρήματα της εξέτασης ώθησαν τον γιατρό να ζητήσει επιπλέον εξετάσεις.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store