Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
incomprehensible
01
ακατανόητος, ασύλληπτος
highly challenging for someone to understand, such as a concept, language, or situation
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most incomprehensible
συγκριτικός βαθμός
more incomprehensible
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
The professor's lecture on quantum physics was so filled with jargon and complex equations that it became incomprehensible to most of the students.
Η διάλεξη του καθηγητή για την κβαντική φυσική ήταν τόσο γεμάτη με ορολογία και πολύπλοκες εξισώσεις που έγινε ακατανόητη για τους περισσότερους φοιτητές.
02
ακατανόητος, ανεξήγητος
incapable of being explained or accounted for
Λεξικό Δέντρο
incomprehensible
comprehensible
comprehens



























