Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
undetermined
/ˌəndiˈtɝmənd/, /ˌəndɪˈtɝmɪnd/
/ˌʌndɪtˈɜːmɪnd/
undetermined
01
απροσδιόριστος, δεν έχει ακόμη καθοριστεί
not yet having been ascertained or determined
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most undetermined
συγκριτικός βαθμός
more undetermined
διαβαθμίσιμο
02
απροσδιόριστος, μη καθορισμένος
lacking a clear or definite conclusion
Παραδείγματα
The negotiations ended in an undetermined outcome, with no final agreement reached.
Οι διαπραγματεύσεις κατέληξαν σε ένα απροσδιόριστο αποτέλεσμα, χωρίς να επιτευχθεί τελική συμφωνία.
03
απροσδιόριστος, αδιευκρίνιστος
not brought to a conclusion; subject to further thought
Λεξικό Δέντρο
undetermined
determined
determine



























