Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
undetermined
01
απροσδιόριστος, δεν έχει ακόμη καθοριστεί
not yet having been ascertained or determined
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most undetermined
συγκριτικός βαθμός
more undetermined
διαβαθμίσιμο
θεματικό πεδίο
state, knowledge, decision
02
απροσδιόριστος, μη καθορισμένος
lacking a clear or definite conclusion
Παραδείγματα
The investigation ended with undetermined findings, leaving many questions unanswered.
Η έρευνα έληξε με απροσδιόριστα ευρήματα, αφήνοντας πολλά ερωτήματα αναπάντητα.
03
απροσδιόριστος, αδιευκρίνιστος
not brought to a conclusion; subject to further thought
LanGeek
Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά
Λεξικό Δέντρο
undetermined
determined
determine



























