Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
incoming
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
επίθετο από μετοχή ενεστώτα
ποιοτικό
μη διαβαθμίσιμο
θεματικό πεδίο
movement, time, arrival
Παραδείγματα
The incoming train pulled into the station right on schedule.
Το ερχόμενο τρένο μπήκε στον σταθμό ακριβώς σύμφωνα με το πρόγραμμα.
02
εισερχόμενος, νέος
entering or about to enter a position or office that was previously held by someone else
Παραδείγματα
The incoming president promised to focus on economic reforms.
Ο εισερχόμενος πρόεδρος υποσχέθηκε να επικεντρωθεί στις οικονομικές μεταρρυθμίσεις.
Incoming
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
plural
not gender specific
πληθυντικός τύπος
incomings
Παραδείγματα
The incoming were quickly processed at the front desk.
Τα εισερχόμενα επεξεργάστηκαν γρήγορα στη ρεσεψιόν.
LanGeek
Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά
Λεξικό Δέντρο
incoming
coming
come



























