earnings
ear
ˈɜ:
ē
nings
nɪngz
ningz

Ορισμός και σημασία του "earnings"στα αγγλικά

01

κέρδη, εισόδημα

(always plural) money received for work done or services provided 
earnings definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
earnings
Παραδείγματα
The company reported higher-than-expected earnings for the quarter, boosting investor confidence. 

Η εταιρεία ανέφερε κέρδη υψηλότερα από τα αναμενόμενα για το τρίμηνο, ενισχύοντας την εμπιστοσύνη των επενδυτών.

02

αποκτήματα, κέρδη

something that provides compensation or reward, often not restricted to money 
Παραδείγματα
Knowledge can be one of life's greatest earnings. 

Η γνώση μπορεί να είναι ένα από τα μεγαλύτερα κέρδη της ζωής.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store