earnest
Pronunciation
/ˈɝnɪst/

Ορισμός και σημασία του "earnest"στα αγγλικά

01

σοβαρός, ειλικρινής

holding strong beliefs or opinions sincerely and seriously
earnest definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most earnest
συγκριτικός βαθμός
more earnest
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
His earnest dedication to his work earned him the respect and admiration of his colleagues.
Η ειλικρινής αφοσίωσή του στην εργασία του του χάρισε τον σεβασμό και τον θαυμασμό των συναδέλφων του.
02

σοβαρός, αποφασισμένος

not distracted by anything unrelated to the goal
03

ειλικρινής, σοβαρός

sincerely earnest
01

προκαταβολή, παρακαταθήκη

something of value given by one person to another to bind a contract
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
earnests

Λεξικό Δέντρο

earnestly
earnestness
earnest
App
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store