earnest
ear
ˈɜ:
ē
nest
nɪst
nist
internist

Ορισμός και σημασία του "earnest"στα αγγλικά

01

σοβαρός, ειλικρινής

holding strong beliefs or opinions sincerely and seriously 
earnest definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most earnest
συγκριτικός βαθμός
more earnest
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
He spoke with earnest conviction, demonstrating his sincere and serious belief in his principles. 

Μίλησε με ειλικρινή πεποίθηση, δείχνοντας την ειλικρινή και σοβαρή πίστη του στις αρχές του.

02

σοβαρός, αποφασισμένος

not distracted by anything unrelated to the goal 
03

ειλικρινής, σοβαρός

sincerely earnest 
01

προκαταβολή, παρακαταθήκη

something of value given by one person to another to bind a contract 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
earnests

Λεξικό Δέντρο

earnestly
earnestness
earnest
App
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store