Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to incite
01
υποκινώ, προκαλώ
to encourage or provoke someone to take action
Ditransitive: to incite sb to do sth
Παραδείγματα
The rally incited the crowd to stand up for their rights.
Η συγκέντρωση προκάλεσε το πλήθος να υπερασπιστεί τα δικαιώματά του.
02
προκαλώ, υποκινώ
to encourage someone to commit a crime or act violently
Transitive: to incite violent or criminal behavior
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
incite
γ΄ ενικό πρόσωπο
incites
ενεστώτα μετοχή
inciting
απλός αόριστος
incited
παθητική μετοχή
incited
Παραδείγματα
The online post was found to incite harmful behavior.
Η διαδικτυακή ανάρτηση βρέθηκε να προκαλεί επιβλαβή συμπεριφορά.
Λεξικό Δέντρο
incitement
inciter
incitive
incite



























