incisura
Pronunciation
/ɪnsˈɪsɜːɹə/

Ορισμός και σημασία του "incisura"στα αγγλικά

01

εγκοπή, μικρή κοιλότητα

(anatomy) a notch or small hollow
incisura definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
incisurae
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store