inchoate
in
ˌɪn
ιν
choate
ˈkoʊət
κουατ
/ˈɪnt‍ʃə‍ʊt/

Ορισμός και σημασία του "inchoate"στα αγγλικά

01

εμβρυονικός, αρχικός

just beginning to take shape
Παραδείγματα
Their relationship was inchoate, undefined but emotionally charged.
Η σχέση τους ήταν απαρχής, απροσδιόριστη αλλά συναισθηματικά φορτισμένη.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store