Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Incest
01
αδελφομιξία, αδελφομιξιακές σχέσεις
sexual activity between close family members who should not legally or morally have such relations
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μη μετρήσιμο
Παραδείγματα
The court handled the case of incest with extreme caution due to the severity of the offense.
Το δικαστήριο χειρίστηκε την υπόθεση της αδελφομιξίας με ακραία προσοχή λόγω της σοβαρότητας του αδικήματος.



























