incest
in
ˈɪn
in
cest
ˌsɛst
sest
/ɪnsˈɛst/

Ορισμός και σημασία του "incest"στα αγγλικά

01

αδελφομιξία, αδελφομιξιακές σχέσεις

sexual activity between close family members who should not legally or morally have such relations
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μη μετρήσιμο
Παραδείγματα
The court handled the case of incest with extreme caution due to the severity of the offense.
Το δικαστήριο χειρίστηκε την υπόθεση της αδελφομιξίας με ακραία προσοχή λόγω της σοβαρότητας του αδικήματος.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store