Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to incense
01
εξοργίζω, ερεθίζω
to provoke extreme anger in a person
Transitive: to incense sb
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
incense
γ΄ ενικό πρόσωπο
incenses
ενεστώτα μετοχή
incensing
απλός αόριστος
incensed
παθητική μετοχή
incensed
Παραδείγματα
The decision to close down the community center without prior notice incensed the local residents.
Η απόφαση να κλείσει το κοινοτικό κέντρο χωρίς προειδοποίηση εξόργισε τους ντόπιους κατοίκους.
02
θυμιάζω, αρωματίζω
to fill the air with the scent of a fragrant substance
Transitive: to incense a space
Παραδείγματα
She incensed the room with lavender, creating a calming atmosphere.
Θυμίασε το δωμάτιο με λεβάντα, δημιουργώντας μια χαλαρωτική ατμόσφαιρα.
Incense
01
θυμίαμα, άρωμα θυμιάματος
a material that gives off a pleasant aroma when set on fire
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μη μετρήσιμο
singular
not gender specific
Παραδείγματα
The temple was filled with the scent of incense.
Ο ναός ήταν γεμάτος με τη μυρωδιά του θυμιάματος.
1.1
θυμίαμα, άρωμα θυμιάματος
the pleasing scent produced when incense is burned
LanGeek
Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά
Λεξικό Δέντρο
incensed
incense
cense



























