Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Incarceration
01
φυλάκιση, εγκλεισμός
the act of putting or keeping someone in captivity
Παραδείγματα
Her incarceration gave her time to reflect on the choices she made in life.
Η φυλάκισή της της έδωσε χρόνο να αναλογιστεί τις επιλογές που έκανε στη ζωή.
Λεξικό Δέντρο
incarceration
incarcerate



























