inappropriate
in
ɪn
in
app
əp
ēp
rop
rəʊp
rewp
riate
rieɪt
rieit

Ορισμός και σημασία του "inappropriate"στα αγγλικά

inappropriate
01

ακατάλληλος, ανάρμοστος

not suitable or acceptable for a certain situation or context 
inappropriate definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most inappropriate
συγκριτικός βαθμός
more inappropriate
διαβαθμίσιμο
θεματικό πεδίο
behavior, social, evaluation
Παραδείγματα
Making jokes about a serious topic like illness is inappropriate and can hurt others' feelings. 

Το να κάνεις αστεία για ένα σοβαρό θέμα όπως η ασθένεια είναι ακατάλληλο και μπορεί να πληγώσει τα συναισθήματα των άλλων.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

Λεξικό Δέντρο

inappropriate
appropriate
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store