inaccurate
in
ɪn
ιν
a
ˈæ
αι
ccu
kjʊ
κγου
rate
rət
ρατ
accurate

Ορισμός και σημασία του "inaccurate"στα αγγλικά

inaccurate
01

ανακριβής, λανθασμένος

not precise or correct 
inaccurate definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most inaccurate
συγκριτικός βαθμός
more inaccurate
διαβαθμίσιμο
θεματικό πεδίο
information, evaluation, truth
Παραδείγματα
His biography included several inaccurate details. 

Η βιογραφία του περιλάμβανε αρκετές ανακριβείς λεπτομέρειες.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

Λεξικό Δέντρο

inaccurate
accurate
accur
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store