inaccurate
in
ˌɪn
ιν
a
æ
αι
ccu
kjɜ
κγερ
rate
rət
ρατ
/ɪnˈækjʊɹət/

Ορισμός και σημασία του "inaccurate"στα αγγλικά

inaccurate
01

ανακριβής, λανθασμένος

not precise or correct
inaccurate definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most inaccurate
συγκριτικός βαθμός
more inaccurate
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
An inaccurate measurement can affect the entire experiment.
Μια ανακριβής μέτρηση μπορεί να επηρεάσει ολόκληρο το πείραμα.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store