Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
in-between
01
ενδιάμεσος, ανάμεσα
positioned between two points, stages, or positions, not at the start or the end
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
σχεσιακό
υπερθετικός βαθμός
most in-between
συγκριτικός βαθμός
more in-between
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
The in-between phases of the project are crucial for refining the details.
Οι ενδιάμεσες φάσεις του έργου είναι κρίσιμες για την εξέλιξη των λεπτομερειών.



























