improperly
Pronunciation
/ˌɪmˈpɹɑpɝɫi/

Ορισμός και σημασία του "improperly"στα αγγλικά

01

ακατάλληλα, λανθασμένα

in a way that is not correct or not suitable
improperly definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
Παραδείγματα
The construction project faced delays due to improperly executed building plans.
Το έργο κατασκευής αντιμετώπισε καθυστερήσεις λόγω ακατάλληλα εκτελεσμένων σχεδίων κτιρίου.

Λεξικό Δέντρο

improperly
properly
proper
App
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store