Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
improperly
01
ακατάλληλα, λανθασμένα
in a way that is not correct or not suitable
Παραδείγματα
The construction project faced delays due to improperly executed building plans.
Το έργο κατασκευής αντιμετώπισε καθυστερήσεις λόγω ακατάλληλα εκτελεσμένων σχεδίων κτιρίου.
Λεξικό Δέντρο
improperly
properly
proper



























